Νέα έκρηξη στις τιμές του «μαύρου χρυσού» – Goldman Sachs: Τα 120 δολάρια ανά βαρέλι είναι πλέον ένα απολύτως ρεαλιστικό σενάριο – Συναγερμός για τις προμήθειες
Σε ιστορικά υψηλά επίπεδα εκτιμάται πως θα επιστρέψει το πετρέλαιο, καθώς η κλιμάκωση των εχθροπραξιών γύρω από το Στενό του Hormuz απειλεί να μετατρέψει τη σημερινή ενεργειακή αναταραχή σε εφιάλτη για την παγκόσμια οικονομία.
Αναλυτές της Goldman Sachs, μιλώντας στο Bloomberg, προειδοποίησαν ότι εάν ενταθούν οι επιθέσεις σε πλοία και δεξαμενόπλοια στη Μέση Ανατολή, η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να εκτοξευθεί ακόμη και στα 120 δολάρια το βαρέλι.
Και όλα αυτά ενώ το Brent έχει ήδη πραγματοποιήσει ένα εντυπωσιακό ράλι μέσα σε λίγες ημέρες.
Το πρωί της 8ης Σεπτεμβρίου, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent έφτασαν έως τα 99,35 δολάρια ανά βαρέλι, προτού υποχωρήσουν στην περιοχή των 97-98 δολαρίων.
Από το πρόσφατο χαμηλό της 26ης Αυγούστου, η άνοδος του πετρελαίου αγγίζει πλέον το 13%-15%.
Η αγορά, όμως, κοιτάζει πλέον με αγωνία προς το Hormuz.
Οι τελευταίες εξελίξεις έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σκηνικό.
Από τη μία πλευρά, οι αμερικανικές επιθέσεις σε ιρανικά δεξαμενόπλοια.
Από την άλλη, η ανακοίνωση της Τεχεράνης για τη δημιουργία νέας ζώνης αποκλεισμού έξω από το Στενό του Hormuz.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που προκαλεί ανατριχίλα στις αγορές, καθώς το Hormuz αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους του πλανήτη.
Εάν η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο και οι θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου διαταραχθούν σοβαρά, το πρόβλημα δεν θα αφορά πλέον μόνο τις αγορές ενέργειας.
Θα αφορά τον πληθωρισμό, τις μεταφορές, τη βιομηχανία, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και τελικά το ίδιο το πορτοφόλι των καταναλωτών.
Με άλλα λόγια, ένα γεωπολιτικό σοκ στο Hormuz μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Η Goldman Sachs θεωρεί λοιπόν ότι τα 120 δολάρια ανά βαρέλι είναι ένα απολύτως πιθανό επίπεδο εφόσον οι επιθέσεις και οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές ενταθούν.
Ο Daan Struyven, συνεπικεφαλής της παγκόσμιας έρευνας εμπορευμάτων της Goldman Sachs, εκτιμά ότι η Κίνα μπορεί να λειτουργήσει ως «σταθεροποιητική δύναμη» στην αγορά, περιορίζοντας τις εισαγωγές της όταν οι τιμές εκτοξεύονται.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μπορεί να αντέξει αυτός ο μηχανισμός.
Και κυρίως: Τι θα συμβεί εάν η προσφορά μειωθεί πολύ περισσότερο από τη ζήτηση;
Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
Εάν, αντίθετα, οι εξαγωγές από την περιοχή εξομαλυνθούν, η εικόνα αλλάζει δραματικά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Goldman Sachs, το πετρέλαιο θα μπορούσε να κινηθεί προς τα 80 δολάρια ανά βαρέλι.
Η διαφορά μεταξύ των δύο σεναρίων είναι τεράστια.
Και ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα τρομάζει τις αγορές.
Πόσο μακριά βρίσκεται πραγματικά ο εφιάλτης;
Ο Alexander Frolov, αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εθνικής Ενέργειας και αρχισυντάκτης του InfoTEK, υποστηρίζει ότι ακόμη και μια τιμή πετρελαίου στα 120 δολάρια ανά βαρέλι δεν θα ήταν εξωπραγματική.
Αντιθέτως, με όρους αγοραστικής δύναμης και προσαρμογής στον πληθωρισμό, τα 120 δολάρια σήμερα αντιστοιχούν περίπου σε 85 δολάρια των ετών 2016-2018.
Και η ιστορία δείχνει ότι η αγορά έχει γνωρίσει πολύ χειρότερα.
Η κορύφωση του 2008, όταν το πετρέλαιο έφτασε περίπου στα 145 δολάρια ανά βαρέλι, θα αντιστοιχούσε σήμερα σε περίπου 190-200 δολάρια.
Το νούμερο προκαλεί ίλιγγο.
Και παρότι ένα τέτοιο σενάριο δεν αποτελεί βασική πρόβλεψη, υπενθυμίζει κάτι κρίσιμο:
Οι αγορές πετρελαίου μπορούν να κινηθούν πολύ πιο βίαια από όσο φαντάζονται οι καταναλωτές.
Την ίδια ώρα, ένας ακόμη παράγοντας προκαλεί ανησυχία.
Τα στρατηγικά αποθέματα μπορούν να προσφέρουν μόνο περιορισμένη ανακούφιση.
Και ήδη παρατηρείται σταδιακή μείωση των διαθέσιμων αποθεμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των ΗΠΑ.
Αυτό σημαίνει ότι σε μια νέα μεγάλη διαταραχή της προσφοράς, οι κυβερνήσεις δεν θα έχουν απεριόριστα «πυρομαχικά» για να συγκρατήσουν τις τιμές.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο πετρέλαιο υπάρχει.
Είναι πόσο πετρέλαιο μπορεί να φτάσει έγκαιρα εκεί όπου χρειάζεται.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πράγμα.
Το ρωσικό πετρέλαιο μπαίνει στο επίκεντρο
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των δύο βασικών ρωσικών ποιοτήτων πετρελαίου, Urals και ESPO.
Οι τιμές τους δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τα διεθνή benchmarks.
Καθορίζονται και από τη φυσική διαθεσιμότητα, τις διαδρομές μεταφοράς και τα spot συμβόλαια.
Σε συνθήκες έλλειψης, το ρωσικό πετρέλαιο θα μπορούσε να δει σημαντική άνοδο και να κινηθεί ακόμη και πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.
Όσο περισσότερο περιορίζεται η διαθέσιμη προσφορά, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση των αγοραστών από τους παραγωγούς που εξακολουθούν να μπορούν να παραδώσουν φορτία.
Και εδώ η Κίνα αποκτά τεράστια σημασία.
Πριν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, η κινεζική κατανάλωση πετρελαίου ανερχόταν περίπου σε 17 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, εκ των οποίων περίπου 11,5-12 εκατ. βαρέλια ημερησίως προέρχονταν από εισαγωγές.
Με άλλα λόγια, η Κίνα απορροφούσε περίπου το 10% των παγκόσμιων υγρών υδρογονανθράκων, χωρίς καν να υπολογίζεται η εγχώρια παραγωγή της.
Στην κορύφωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η Κίνα περιόρισε τις εισαγωγές της κατά περίπου 5-6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήγαγαν περίπου 0,8-1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως από το στρατηγικό τους απόθεμα.
Την ίδια στιγμή, οι εκτιμήσεις για το έλλειμμα που δημιουργήθηκε από τη σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο κάνουν λόγο για 8-11 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν το μέγεθος της τρύπας στην αγορά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ESPO αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική αξία για την Κίνα.
Το πετρέλαιο μεταφέρεται μέσω του αγωγού ESPO στο λιμάνι του Κοζμίνο, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα βολικό για τις ασιατικές αγορές.
Αντίθετα, το Urals εξακολουθεί να φτάνει στην Ασία μέσω πιο μακρινών και ακριβότερων διαδρομών.
Το αποτέλεσμα;
Στην Κίνα έχει ήδη εμφανιστεί αυξημένος ανταγωνισμός μεταξύ των διυλιστηρίων για τις διαθέσιμες ποσότητες ESPO.
Και μάλιστα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι αγορές δεν αφορούν πλέον μόνο έναν ή δύο μήνες, αλλά φτάνουν ακόμη και τρεις μήνες μπροστά.
Αυτό ασκεί ανοδικές πιέσεις στις τιμές των ρωσικών ποιοτήτων, μειώνει τις εκπτώσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπει ακόμη και πωλήσεις υψηλής ποιότητας.
Ο Vyacheslav Mishchenko, επικεφαλής του Κέντρου Ανάλυσης Στρατηγικής και Τεχνολογίας για την Ανάπτυξη του Συμπλέγματος Καυσίμων και Ενέργειας, υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση αποτελεί συνέχεια μιας κρίσης που έχει ως βασικό πυρήνα τη γεωπολιτική.
Κατά την εκτίμησή του, η Κίνα δεν λειτουργεί απλώς ως σταθεροποιητικός παράγοντας.
Αντιθέτως, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής πίεσης.
Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί διάφορα μέσα προκειμένου να περιορίσει την πρόσβαση του παγκόσμιου ανταγωνιστή της σε σχετικά φθηνούς ενεργειακούς πόρους.
Και το Hormuz βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά αυτής της εξίσωσης.
Τα τεράστια αποθέματα της Κίνας, όσο μεγάλα και αν είναι, δεν είναι ανεξάντλητα.
Αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να βρει εναλλακτικές πηγές.
Ήδη, εν μέσω των προβλημάτων στον Περσικό Κόλπο, η Κίνα έχει στραφεί σε πιο μακρινούς προμηθευτές, όπως η Βραζιλία, η Γκάνα και άλλες αφρικανικές χώρες.
Όμως αυτές οι λύσεις είναι ακριβότερες, πιο χρονοβόρες και πολύ πιο ευάλωτες σε διαταραχές.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Κίνα.
Πολλοί μεγάλοι παραγωγοί πετρελαϊκών προϊόντων είναι ταυτόχρονα καθαροί εισαγωγείς αργού πετρελαίου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ινδία.
Πριν από την κρίση, η χώρα προμηθευόταν πετρέλαιο τόσο από τη Ρωσία όσο και από τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ.
Όμως οι εξαγωγές από αυτές τις περιοχές έχουν πλέον περιοριστεί σημαντικά.
Και όταν οι εναλλακτικές διαδρομές μέσω Hormuz και Ερυθράς Θάλασσας δεν μπορούν να λειτουργήσουν στα επίπεδα του παρελθόντος, το πρόβλημα μετατρέπεται σε πραγματικό ντόμινο εφοδιασμού.
Δεν αρκεί να υπάρχει πετρέλαιο.
Πρέπει να υπάρχει και ασφαλής δρόμος για να φτάσει στον τελικό καταναλωτή.
Η μεγάλη παγίδα: Τα 200-250 δολάρια
Υπάρχει όμως ένα όριο που ακόμη και οι παραγωγοί δεν θέλουν να ξεπεραστεί.
Μια ανεξέλεγκτη άνοδος στα 200-250 δολάρια ανά βαρέλι μπορεί αρχικά να μοιάζει με όνειρο για τους εξαγωγείς.
Στην πραγματικότητα, όμως, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εφιάλτη.
Σε τέτοιες τιμές, η ζήτηση θα κατέρρεε και η αποκατάστασή της θα γινόταν εξαιρετικά δύσκολη.
Ο «μαύρος χρυσός» θα γινόταν τόσο ακριβός ώστε η ίδια η αγορά θα άρχιζε να τον απορρίπτει.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Κίνα, μειώνοντας τη ζήτησή της όταν οι τιμές ανεβαίνουν υπερβολικά, μπορεί τελικά να λειτουργεί ως ανάχωμα όχι μόνο για τους καταναλωτές αλλά και για τους ίδιους τους παραγωγούς.
Μέσα σε αυτό το γεωπολιτικό χάος, για τη Ρωσία το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς η βραχυπρόθεσμη τιμή.
Ακόμη και τα 120 δολάρια ανά βαρέλι δεν θεωρούνται από μόνα τους το κρίσιμο ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι η δημιουργία σταθερών, μακροπρόθεσμων συμβατικών σχέσεων με τους αγοραστές, η ανάπτυξη νέων σημείων αναφοράς και η επέκταση των ενεργειακών υποδομών στην Άπω Ανατολή.
Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και το μεγάλο έργο Vostok Oil, το οποίο αναμένεται να φτάσει σε παραγωγή περίπου 30 εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου.
Η Ρωσία, επομένως, έχει κάθε λόγο να επιδιώκει όχι μια πρόσκαιρη έκρηξη των τιμών, αλλά τη δημιουργία ενός σταθερού ενεργειακού διαδρόμου προς την Ασία.
Το μεγάλο στοίχημα
Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι.
Στα 80 δολάρια, η κρίση αποκλιμακώνεται.
Στα 100 δολάρια, οι καταναλωτές αρχίζουν να αισθάνονται έντονα την πίεση.
Στα 120 δολάρια, το παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό αλλάζει.
Και αν η γεωπολιτική σύγκρουση οδηγήσει σε πραγματικά μεγάλη διακοπή της προσφοράς, τότε κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ακόμη πιο ακραίες τιμές.
Το Hormuz, η Κίνα, τα ρωσικά Urals και ESPO, τα στρατηγικά αποθέματα και οι θαλάσσιες μεταφορές έχουν μετατραπεί σε κομμάτια ενός τεράστιου γεωπολιτικού παζλ.
Και το πιο τρομακτικό είναι ότι η αγορά δεν φοβάται πλέον μόνο την άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Φοβάται την έλλειψη πετρελαίου.
Εάν οι ροές συνεχίσουν να διαταράσσονται, το ερώτημα μπορεί σύντομα να μην είναι αν το Brent θα περάσει τα 100 δολάρια.
Αλλά πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει πριν αρχίσει να καταρρέει η ίδια η ζήτηση.
www.bankingnews.gr
Αναλυτές της Goldman Sachs, μιλώντας στο Bloomberg, προειδοποίησαν ότι εάν ενταθούν οι επιθέσεις σε πλοία και δεξαμενόπλοια στη Μέση Ανατολή, η τιμή του πετρελαίου θα μπορούσε να εκτοξευθεί ακόμη και στα 120 δολάρια το βαρέλι.
Και όλα αυτά ενώ το Brent έχει ήδη πραγματοποιήσει ένα εντυπωσιακό ράλι μέσα σε λίγες ημέρες.
Το πρωί της 8ης Σεπτεμβρίου, τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης του Brent έφτασαν έως τα 99,35 δολάρια ανά βαρέλι, προτού υποχωρήσουν στην περιοχή των 97-98 δολαρίων.
Από το πρόσφατο χαμηλό της 26ης Αυγούστου, η άνοδος του πετρελαίου αγγίζει πλέον το 13%-15%.
Η αγορά, όμως, κοιτάζει πλέον με αγωνία προς το Hormuz.
Οι τελευταίες εξελίξεις έχουν δημιουργήσει ένα εκρηκτικό σκηνικό.
Από τη μία πλευρά, οι αμερικανικές επιθέσεις σε ιρανικά δεξαμενόπλοια.
Από την άλλη, η ανακοίνωση της Τεχεράνης για τη δημιουργία νέας ζώνης αποκλεισμού έξω από το Στενό του Hormuz.
Πρόκειται για μια εξέλιξη που προκαλεί ανατριχίλα στις αγορές, καθώς το Hormuz αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ενεργειακούς διαύλους του πλανήτη.
Εάν η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο και οι θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου διαταραχθούν σοβαρά, το πρόβλημα δεν θα αφορά πλέον μόνο τις αγορές ενέργειας.
Θα αφορά τον πληθωρισμό, τις μεταφορές, τη βιομηχανία, το κόστος ηλεκτρικής ενέργειας και τελικά το ίδιο το πορτοφόλι των καταναλωτών.
Με άλλα λόγια, ένα γεωπολιτικό σοκ στο Hormuz μπορεί να μετατραπεί σε παγκόσμιο οικονομικό σοκ.
Η Goldman Sachs θεωρεί λοιπόν ότι τα 120 δολάρια ανά βαρέλι είναι ένα απολύτως πιθανό επίπεδο εφόσον οι επιθέσεις και οι διαταραχές στις θαλάσσιες μεταφορές ενταθούν.
Ο Daan Struyven, συνεπικεφαλής της παγκόσμιας έρευνας εμπορευμάτων της Goldman Sachs, εκτιμά ότι η Κίνα μπορεί να λειτουργήσει ως «σταθεροποιητική δύναμη» στην αγορά, περιορίζοντας τις εισαγωγές της όταν οι τιμές εκτοξεύονται.
Ωστόσο, το κρίσιμο ερώτημα είναι πόσο μπορεί να αντέξει αυτός ο μηχανισμός.
Και κυρίως: Τι θα συμβεί εάν η προσφορά μειωθεί πολύ περισσότερο από τη ζήτηση;
Εκεί βρίσκεται ο πραγματικός κίνδυνος.
Εάν, αντίθετα, οι εξαγωγές από την περιοχή εξομαλυνθούν, η εικόνα αλλάζει δραματικά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς της Goldman Sachs, το πετρέλαιο θα μπορούσε να κινηθεί προς τα 80 δολάρια ανά βαρέλι.
Η διαφορά μεταξύ των δύο σεναρίων είναι τεράστια.
Και ακριβώς αυτή η αβεβαιότητα τρομάζει τις αγορές.
Πόσο μακριά βρίσκεται πραγματικά ο εφιάλτης;
Ο Alexander Frolov, αναπληρωτής γενικός διευθυντής του Ινστιτούτου Εθνικής Ενέργειας και αρχισυντάκτης του InfoTEK, υποστηρίζει ότι ακόμη και μια τιμή πετρελαίου στα 120 δολάρια ανά βαρέλι δεν θα ήταν εξωπραγματική.
Αντιθέτως, με όρους αγοραστικής δύναμης και προσαρμογής στον πληθωρισμό, τα 120 δολάρια σήμερα αντιστοιχούν περίπου σε 85 δολάρια των ετών 2016-2018.
Και η ιστορία δείχνει ότι η αγορά έχει γνωρίσει πολύ χειρότερα.
Η κορύφωση του 2008, όταν το πετρέλαιο έφτασε περίπου στα 145 δολάρια ανά βαρέλι, θα αντιστοιχούσε σήμερα σε περίπου 190-200 δολάρια.
Το νούμερο προκαλεί ίλιγγο.
Και παρότι ένα τέτοιο σενάριο δεν αποτελεί βασική πρόβλεψη, υπενθυμίζει κάτι κρίσιμο:
Οι αγορές πετρελαίου μπορούν να κινηθούν πολύ πιο βίαια από όσο φαντάζονται οι καταναλωτές.
Την ίδια ώρα, ένας ακόμη παράγοντας προκαλεί ανησυχία.
Τα στρατηγικά αποθέματα μπορούν να προσφέρουν μόνο περιορισμένη ανακούφιση.
Και ήδη παρατηρείται σταδιακή μείωση των διαθέσιμων αποθεμάτων, συμπεριλαμβανομένων εκείνων των ΗΠΑ.
Αυτό σημαίνει ότι σε μια νέα μεγάλη διαταραχή της προσφοράς, οι κυβερνήσεις δεν θα έχουν απεριόριστα «πυρομαχικά» για να συγκρατήσουν τις τιμές.
Το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο πόσο πετρέλαιο υπάρχει.
Είναι πόσο πετρέλαιο μπορεί να φτάσει έγκαιρα εκεί όπου χρειάζεται.
Και αυτό είναι πολύ διαφορετικό πράγμα.
Το ρωσικό πετρέλαιο μπαίνει στο επίκεντρο
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό περιβάλλον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πορεία των δύο βασικών ρωσικών ποιοτήτων πετρελαίου, Urals και ESPO.
Οι τιμές τους δεν καθορίζονται αποκλειστικά από τα διεθνή benchmarks.
Καθορίζονται και από τη φυσική διαθεσιμότητα, τις διαδρομές μεταφοράς και τα spot συμβόλαια.
Σε συνθήκες έλλειψης, το ρωσικό πετρέλαιο θα μπορούσε να δει σημαντική άνοδο και να κινηθεί ακόμη και πάνω από τα 100 δολάρια ανά βαρέλι.
Όσο περισσότερο περιορίζεται η διαθέσιμη προσφορά, τόσο μεγαλύτερη γίνεται η εξάρτηση των αγοραστών από τους παραγωγούς που εξακολουθούν να μπορούν να παραδώσουν φορτία.
Και εδώ η Κίνα αποκτά τεράστια σημασία.
Πριν από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, η κινεζική κατανάλωση πετρελαίου ανερχόταν περίπου σε 17 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα, εκ των οποίων περίπου 11,5-12 εκατ. βαρέλια ημερησίως προέρχονταν από εισαγωγές.
Με άλλα λόγια, η Κίνα απορροφούσε περίπου το 10% των παγκόσμιων υγρών υδρογονανθράκων, χωρίς καν να υπολογίζεται η εγχώρια παραγωγή της.
Στην κορύφωση της κρίσης στη Μέση Ανατολή, η Κίνα περιόρισε τις εισαγωγές της κατά περίπου 5-6 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα.
Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος:
Οι Ηνωμένες Πολιτείες εισήγαγαν περίπου 0,8-1,2 εκατ. βαρέλια ημερησίως από το στρατηγικό τους απόθεμα.
Την ίδια στιγμή, οι εκτιμήσεις για το έλλειμμα που δημιουργήθηκε από τη σύγκρουση στον Περσικό Κόλπο κάνουν λόγο για 8-11 εκατ. βαρέλια ημερησίως.
Οι αριθμοί αποκαλύπτουν το μέγεθος της τρύπας στην αγορά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η ESPO αποκτά ακόμη μεγαλύτερη στρατηγική αξία για την Κίνα.
Το πετρέλαιο μεταφέρεται μέσω του αγωγού ESPO στο λιμάνι του Κοζμίνο, γεγονός που το καθιστά ιδιαίτερα βολικό για τις ασιατικές αγορές.
Αντίθετα, το Urals εξακολουθεί να φτάνει στην Ασία μέσω πιο μακρινών και ακριβότερων διαδρομών.
Το αποτέλεσμα;
Στην Κίνα έχει ήδη εμφανιστεί αυξημένος ανταγωνισμός μεταξύ των διυλιστηρίων για τις διαθέσιμες ποσότητες ESPO.
Και μάλιστα, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, οι αγορές δεν αφορούν πλέον μόνο έναν ή δύο μήνες, αλλά φτάνουν ακόμη και τρεις μήνες μπροστά.
Αυτό ασκεί ανοδικές πιέσεις στις τιμές των ρωσικών ποιοτήτων, μειώνει τις εκπτώσεις και σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπει ακόμη και πωλήσεις υψηλής ποιότητας.
Ο Vyacheslav Mishchenko, επικεφαλής του Κέντρου Ανάλυσης Στρατηγικής και Τεχνολογίας για την Ανάπτυξη του Συμπλέγματος Καυσίμων και Ενέργειας, υποστηρίζει ότι η σημερινή κατάσταση αποτελεί συνέχεια μιας κρίσης που έχει ως βασικό πυρήνα τη γεωπολιτική.
Κατά την εκτίμησή του, η Κίνα δεν λειτουργεί απλώς ως σταθεροποιητικός παράγοντας.
Αντιθέτως, βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο της αμερικανικής στρατηγικής πίεσης.
Η Ουάσιγκτον χρησιμοποιεί διάφορα μέσα προκειμένου να περιορίσει την πρόσβαση του παγκόσμιου ανταγωνιστή της σε σχετικά φθηνούς ενεργειακούς πόρους.
Και το Hormuz βρίσκεται ακριβώς στην καρδιά αυτής της εξίσωσης.
Τα τεράστια αποθέματα της Κίνας, όσο μεγάλα και αν είναι, δεν είναι ανεξάντλητα.
Αργά ή γρήγορα θα χρειαστεί να βρει εναλλακτικές πηγές.
Ήδη, εν μέσω των προβλημάτων στον Περσικό Κόλπο, η Κίνα έχει στραφεί σε πιο μακρινούς προμηθευτές, όπως η Βραζιλία, η Γκάνα και άλλες αφρικανικές χώρες.
Όμως αυτές οι λύσεις είναι ακριβότερες, πιο χρονοβόρες και πολύ πιο ευάλωτες σε διαταραχές.
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στην Κίνα.
Πολλοί μεγάλοι παραγωγοί πετρελαϊκών προϊόντων είναι ταυτόχρονα καθαροί εισαγωγείς αργού πετρελαίου.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ινδία.
Πριν από την κρίση, η χώρα προμηθευόταν πετρέλαιο τόσο από τη Ρωσία όσο και από τη Σαουδική Αραβία και το Ιράκ.
Όμως οι εξαγωγές από αυτές τις περιοχές έχουν πλέον περιοριστεί σημαντικά.
Και όταν οι εναλλακτικές διαδρομές μέσω Hormuz και Ερυθράς Θάλασσας δεν μπορούν να λειτουργήσουν στα επίπεδα του παρελθόντος, το πρόβλημα μετατρέπεται σε πραγματικό ντόμινο εφοδιασμού.
Δεν αρκεί να υπάρχει πετρέλαιο.
Πρέπει να υπάρχει και ασφαλής δρόμος για να φτάσει στον τελικό καταναλωτή.
Η μεγάλη παγίδα: Τα 200-250 δολάρια
Υπάρχει όμως ένα όριο που ακόμη και οι παραγωγοί δεν θέλουν να ξεπεραστεί.
Μια ανεξέλεγκτη άνοδος στα 200-250 δολάρια ανά βαρέλι μπορεί αρχικά να μοιάζει με όνειρο για τους εξαγωγείς.
Στην πραγματικότητα, όμως, θα μπορούσε να εξελιχθεί σε εφιάλτη.
Σε τέτοιες τιμές, η ζήτηση θα κατέρρεε και η αποκατάστασή της θα γινόταν εξαιρετικά δύσκολη.
Ο «μαύρος χρυσός» θα γινόταν τόσο ακριβός ώστε η ίδια η αγορά θα άρχιζε να τον απορρίπτει.
Αυτός είναι και ο λόγος για τον οποίο η Κίνα, μειώνοντας τη ζήτησή της όταν οι τιμές ανεβαίνουν υπερβολικά, μπορεί τελικά να λειτουργεί ως ανάχωμα όχι μόνο για τους καταναλωτές αλλά και για τους ίδιους τους παραγωγούς.
Μέσα σε αυτό το γεωπολιτικό χάος, για τη Ρωσία το μεγάλο στοίχημα δεν είναι απλώς η βραχυπρόθεσμη τιμή.
Ακόμη και τα 120 δολάρια ανά βαρέλι δεν θεωρούνται από μόνα τους το κρίσιμο ζήτημα.
Το πραγματικό στοίχημα είναι η δημιουργία σταθερών, μακροπρόθεσμων συμβατικών σχέσεων με τους αγοραστές, η ανάπτυξη νέων σημείων αναφοράς και η επέκταση των ενεργειακών υποδομών στην Άπω Ανατολή.
Σε αυτή την κατεύθυνση εντάσσεται και το μεγάλο έργο Vostok Oil, το οποίο αναμένεται να φτάσει σε παραγωγή περίπου 30 εκατομμυρίων τόνων πετρελαίου.
Η Ρωσία, επομένως, έχει κάθε λόγο να επιδιώκει όχι μια πρόσκαιρη έκρηξη των τιμών, αλλά τη δημιουργία ενός σταθερού ενεργειακού διαδρόμου προς την Ασία.
Το μεγάλο στοίχημα
Η αγορά πετρελαίου βρίσκεται πλέον μπροστά σε ένα επικίνδυνο σταυροδρόμι.
Στα 80 δολάρια, η κρίση αποκλιμακώνεται.
Στα 100 δολάρια, οι καταναλωτές αρχίζουν να αισθάνονται έντονα την πίεση.
Στα 120 δολάρια, το παγκόσμιο οικονομικό σκηνικό αλλάζει.
Και αν η γεωπολιτική σύγκρουση οδηγήσει σε πραγματικά μεγάλη διακοπή της προσφοράς, τότε κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ακόμη πιο ακραίες τιμές.
Το Hormuz, η Κίνα, τα ρωσικά Urals και ESPO, τα στρατηγικά αποθέματα και οι θαλάσσιες μεταφορές έχουν μετατραπεί σε κομμάτια ενός τεράστιου γεωπολιτικού παζλ.
Και το πιο τρομακτικό είναι ότι η αγορά δεν φοβάται πλέον μόνο την άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Φοβάται την έλλειψη πετρελαίου.
Εάν οι ροές συνεχίσουν να διαταράσσονται, το ερώτημα μπορεί σύντομα να μην είναι αν το Brent θα περάσει τα 100 δολάρια.
Αλλά πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει πριν αρχίσει να καταρρέει η ίδια η ζήτηση.
www.bankingnews.gr
Σχόλια αναγνωστών